σαββατογεννημένος

-η, -ο, Ν
αυτός που γεννήθηκε κατά την ημέρα τού Σαββάτου και ο οποίος, κατά τη λαϊκή παράδοση, έχει την εύνοια τής τύχης και την ικανότητα να επικοινωνεί με αόρατες δυνάμεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σάββατο + γεννημένος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαββατογεννημένος — η, ο 1. αυτός που γεννήθηκε μέρα Σάββατο. 2. πολύ τυχερός. 3. αυτός που έχει την ικανότητα να βλέπει αόρατες δυνάμεις και φαντάσματα, ο αλαφροΐσκιωτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.